- θεώτερος
- θεώτερος: divine, for the gods, i. e. rather than for men, of the two entrances (cf. θηλύτερος), πύλαι, Od. 13.111†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
θεώτερος — masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θεωτέρων — θεώτερος fem gen pl θεώτερος masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θεώτερον — θεώτερος masc acc sg θεώτερος neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θεώτεραι — θεώτερος fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
θεωτέρας — θεωτέρᾱς , θεώτερος fem acc pl θεωτέρᾱς , θεώτερος fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)